στειλειόν
στειλειόν, the handle (στελεόν LSJ)
στειλειόν, οῦ (τὸ) ion. et épq. c. στελεόν, Od. 5, 236.
στειλειόν, τό, der Stiel der Axt, der in das Oehr, στειλειά, gesteckt wird, ἐν αὐτῷ (πελέκει) στειλειὸν περικαλλὲς ἐλάϊνον, εὖ ἐναρηρός, Od. 5.236.
στειλειόν
τό. = στειλειή. Od. 5.236.
στειλειόν (στέλλω): axe-helve, handle, Od. 5.236†.
στειλειόν
from στειλειή
στειλειόν, οῦ,
- the handle or helve of an axe, Od.