στεφηφορέω
στεφη-φορέω,
- = στεφανηφορέω, D.H. 3.21 codd., Sardis 7(1).8.15 (i B.C., perh. an error of the engraver).
στεφηφορέω-ῶ, c. στεφανηφορέω, DH. 3, 21.
Étym. στεφηφόρος.
στεφηφορέω, = στεφανηφορέω, Sp.