στραγγαλάω
στραγγαλάω, halter
στραγγᾰλ-άω,
- = στραγγαλίζω, Men. 1069:—Pass., LXX To. 2.3, D.S. 1.68 codd.
στραγγαλάω-ῶ [γᾰ] c. στραγγαλίζω, Mén. 4, 313 Meineke ; au pass. DS. 1, 68.
στραγγαλάω, = στραγγαλίζω ; Menand. bei Phot.; DS. 1.68 ; aor., Strab. 6.1.8.