Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στροβίλιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στριβιλικίγξ
στρίβος
στρίγλος
στριγμός
στρίγξ
στρικτός
στρίξ
στριφνός
στρίφνος
στριφνότης
στρίφος
στριφοῦ
στροβάνικος
στροβανίσκος
στροβεία
στροβελοβλέφαρος
στροβελόν
στροβελός
στροβεύς
στροβέω
στροβητός
στροβιλᾶς
στροβιλέα
στροβιλεϊνόν
στροβιλέω
στροβιλεών
στροβίλη
στροβιλίζω
στροβίλινος
στροβίλιον
στροβίλιος
στροβιλίτης
στροβιλίτης οἶνος
στροβιλοβλέφαρος
στροβιλοειδής
στροβιλοκομάω
στρόβιλος
στροβιλός
στροβιλόω
στροβιλώδης
στροβόομαι
στρόβος
στροβύλος
στρογγυλαίνω
στρογγύλευμα
στρογγυλεύω
Στρογγύλη
στρογγυλίζω
στρογγύλιον
στρογγύλισμα
στρογγύλλω
στρόγγυλμα
στρογγυλόγλυφος
στρογγυλοδίνητος
στρογγυλοειδής
στρογγυλοειδῶς
στρογγυλόκαυλος
στρογγυλόλοβος
στρογγυλοναύτης
στρογγυλόπλευρος
στρογγυλόπους
…
στροβίλιος
Save
Bailly 2024
στροβίλιος,
ος, ον
[
βῑ
]
c.
στροβίλινος,
Gal.
6, 132
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}