Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στροβόομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στρίφος
στριφοῦ
στροβάνικος
στροβανίσκος
στροβεία
στροβελοβλέφαρος
στροβελόν
στροβελός
στροβεύς
στροβέω
στροβητός
στροβιλᾶς
στροβιλέα
στροβιλεϊνόν
στροβιλέω
στροβιλεών
στροβίλη
στροβιλίζω
στροβίλινος
στροβίλιον
στροβίλιος
στροβιλίτης
στροβιλίτης οἶνος
στροβιλοβλέφαρος
στροβιλοειδής
στροβιλοκομάω
στρόβιλος
στροβιλός
στροβιλόω
στροβιλώδης
στροβόομαι
στρόβος
στροβύλος
στρογγυλαίνω
στρογγύλευμα
στρογγυλεύω
Στρογγύλη
στρογγυλίζω
στρογγύλιον
στρογγύλισμα
στρογγύλλω
στρόγγυλμα
στρογγυλόγλυφος
στρογγυλοδίνητος
στρογγυλοειδής
στρογγυλοειδῶς
στρογγυλόκαυλος
στρογγυλόλοβος
στρογγυλοναύτης
στρογγυλόπλευρος
στρογγυλόπους
στρογγυλοπρόσωπος
στρογγύλος
στρογγυλότης
στρογγυλοτομία
στρογγυλόω
στρογγύλωμα
στρογγύλως
στρογγύλωσις
στρογγυλώψ
στροιβᾶν
…
στροβόομαι
Save
LSJ
στροβόομαι, =
ἰλιγγιάω,
Moer.
p.196 P.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}