συβότης Save LSJ Grieks Nederlands Pape Middle Liddell σῠβότης, ου, ὁ,= συβώτης, Arist. Po. 1454b28, Hsch., Gloss. συβότης -ου, ὁ zie συβώτης. συβότης, ὁ, = συβώτης, B.A. 361. συβότης σῠβότης, ου, ὁ, = συβώτης, Arist.