σύαρον
σύαρον, sow
σύαρον· τὸν κλῶνα, Hsch. σύαρτον· βούγλωσσον, Id. συάς, άδος, ἡ,
- sow, in pl., Id. σύβαξ, ᾱκος, ὁ, ἡ, (σῦς) hoglike, swinish, Id.: also σῠβάλλας, σύβας, ruttish, lustful, Id.