Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμβάκχη
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συλλογιστικός
συλλογιστικῶς
σύλλογος
συλλοιδορέω
συλλούομαι
σύλλουτρον
συλλούω
συλλοχάω
συλλοχία
συλλοχίζω
συλλοχισμός
συλλοχίτης
συλλυπέω
σύλλυσις
συλλυσσάομαι
συλλυσσάω
συλλύται
συλλύω
συλολωπία
σῦλον
συλόνυξ
Συλοσῶν
συλοχρηματέω
σῦμα
Σύμαιθος
Συμαῖος
συμβάδην
συμβαδίζω
συμβαίνω
συμβακχεύω
συμβάκχη
σύμβακχος
συμβαλανεύομαι
συμβαλλομαχέω
συμβαλλομαχία
συμβαλλομάχος
συμβάλλω
σύμβαμα
συμβαματικός
συμβαπτίζομαι
συμβαπτίζω
συμβαρβαρίζω
συμβαρέω
συμβαρύνω
συμβάς
συμβασείω
συμβασιλεύς
συμβασιλεύω
συμβασιλιστής
σύμβασις
συμβαστάζω
συμβατέος
συμβατεύω
συμβατήριος
συμβατικός
συμβατικῶς
συμβατόν
συμβατός
συμβεβαιόω
συμβεβαιωτής
συμβεβάναι
…
συμβάκχη
Save
Pape
συμβάκχη
, ἡ, fem. von σύμβακχος, Eur.
Ion
718.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}