Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπλεκτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπιλόω
συμπιλωτικός
συμπίμπρημι
συμπίνω
συμπιπίσκω
συμπιπράσκω
συμπίπρημι
συμπιπρήσκω
συμπίπτω
συμπιστεύω
συμπιστόομαι
συμπιτνέω
συμπίτνω
συμπλάζομαι
συμπλανάομαι
συμπλανήτης
σύμπλανος
σύμπλασις
συμπλάσσω
συμπλαστεύω
συμπλαταγέω
συμπλάττω
συμπλέγδην
σύμπλεγμα
συμπλείονες
συμπλείων
συμπλεκής
συμπλέκτειρα
συμπλεκτέον
συμπλεκτικός
συμπλεκτικῶς
σύμπλεκτος
συμπλέκω
σύμπλεξις
σύμπλεος
σύμπλευρος
συμπλέω
σύμπλεως
συμπληγάς
συμπλήγδην
συμπληθύνω
συμπληθύω
συμπλημμελέω
σύμπληξις
συμπλήρης
συμπληρόω
συμπλήρωμα
συμπληρωματικῶς
συμπλήρωσις
συμπληρωτικός
συμπλησιάζω
συμπλήσσομαι
συμπλήσσω
συμπλήττω
σύμπλοια
συμπλοϊκός
συμπλοκή
σύμπλοκος
σύμπλοος
σύμπλους
συμπλώω
…
συμπλεκτικῶς
Save
Bailly 2024
συμπλεκτικῶς,
adv.
au moyen d’un copulatif,
Dysc.
Synt.
1, p. 9, 22
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}