συνήριθμος
συνήριθμος, v. συνάριθμος.
συν·ήριθμος, v. συνάριθμος.
συνήριθμος, poet. statt συνάριθμος, abgezählt, abgemessen ; πάντας ἔθαψε τέσσαρας, οὓς Ἀΐδαο συνήριθμον ἥρπασεν ἦμαρ, Apollnds. 30 (VII.389), vier Tage entrissen die vier Söhne.