σύγκλινος
σύγκλινος, sharing one’s couch
σύγκλῑνος, ον,
- sharing oneʼs couch, = συγκλίτης, Men. 1070.
σύγκλινος, ος, ον [ῑ] c. συγκλίτης, Mén. (Com. fr. 4, 313).
σύγκλινος, ὁ, = συγκλίτης, Men. bei Poll. 6.12.