σύρβα
σύρβα, topsy-turvy
σύρβᾰ,
- v. τύρβα. συρβάβυττα, topsy-turvy, Ar. Fr. 866. σύρβη, ἡ, v. τύρβη.
- II = αὐλοθήκη, Hsch. s.v. συρβηνεύς.
σύρβα, ης (ἡ) bruit, tumulte, Ar. byz. p. 241 Nauck.
σύρβα, adv., = τύρβα, VLL.