Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συριγγιάω
συριγγιάω, suffer from a fistula
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Συρακοσία
Συρακόσιος
Συράκοσσαι
Συρακοσσίς
Συράκουσα
Συράκουσαι
Συρακούσιος
Συρακώ
Συραττικός
σύρβα
σύρβη
συρβηνεύς
συρβηνός
σύργαστρος
συργάστωρ
Σύργις
σύρδην
σύρεον
Συρηκόσιος
Συρήκουσαι
Συρηκούσιος
συρία
Συρία
Συριακός
Συριανός
Συριάρχης
Συριαρχία
συριγγέμβολος
συριγγιακός
συριγγίας
συριγγιάω
συριγγίδιον
συρίγγιον
συριγγίς
συριγγίτης
συριγγόποδες
συριγγοποιός
συριγγοτόμιον
συριγγοτόμον
συριγγοτόμος
συριγγόφωνος
συριγγόω
συριγγώδης
συρίγγωμα
συρίγγωσις
συριγκτής
σύριγμα
συριγματώδης
συριγμός
σῦριγξ
Σῦριγξ
σύριγξις
συρίζω
Συρίζω
Συρίη
Συριηγενής
Συρικός
συρικτάς
συρικτήρ
συρικτής
Σύριος
…
συριγγιάω
Save
συριγγιάω, suffer from a fistula
LSJ
σῡριγγ-ιάω,
suffer from
fistula,
Hippiatr.
128.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}