τάκω
τάκω [ᾱ], Dor. for τήκω.
τάκω, v. τήκω.
τάκω, dor. statt τήκω, Pind. frg. 88, Theocr. 2.28.
τᾱκω
- 1melt met. ἀλλʼ ἐγὼ τᾶς (sc. Ἀφροδίτας) ἕκατι κηρὸς ὣς δαιχθεὶς ἕλᾳ ἱερᾶν μελισσᾶν τάκομαι (Boeckh: τήκομαι codd.) fr. 123. 11.