ταβελλάριος
ταβελλάριος, tabellarius
τᾰβελλ-άριος, ὁ,
- = Lat. tabellarius, τοῦ κυρίου Καίσαρος IG 5(2).525.3 (Lycosura), cf. PCair.Preis. 11.10 (ii/iii A.D.).