ταλάριον
ταλάριον, small basket
τᾰλάρ-ιον [λᾰ], τό, Dim. of τάλαρος,
- small basket, Poll. 10.125, POxy. 936 (iii A.D.).
ταλάριον, τό, dim. zu τάλαρος, Körbchen, Poll. 10.125.