Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταμιευτής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τάλως
τἀμά
ταμάλιστα
Τάμαρος
Ταμάσιος
Τάμασος
Ταμάσσιος
Ταμασσός
τἄματα
τάμε
ταμέειν
ταμεία
ταμείας
τἄμεινον
ταμεῖον
ταμέσθαι
ταμεσίχρως
ταμέω
τάμῃ
ταμία
τάμια
ταμιακός
ταμίας
ταμιεία
ταμιείας
ταμιείδιον
ταμιεῖον
ταμίευμα
ταμίευσις
ταμιευτήριον
ταμιευτής
ταμιευτικός
ταμιεύτωρ
ταμιεύω
ταμίη
ταμίης
ταμικός
τάμιος
ταμιουχέω
ταμιοῦχος
ταμιόω
Ταμιράδαι
ταμισίνης
ταμισίνης τυρός
ταμίσιον
τάμισος
ταμμέσῳ
τἀμμέσῳ
τάμνω
τᾶμον
τάμον
τᾶμος
Ταμύναι
Ταμυράκη
ταμῶ
τάμω
ταμών
Ταμώς
τἄν
τᾶν
Τάν
…
ταμιευτής
Save
LSJ
τᾰμῐ-ευτής, οῦ, ὁ,
= ταμίας,
v.l.
in
Poll.
3.115.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}