ταμεσίχρως
ταμεσίχρως, cutting the skin, wounding
τᾰμεσίχρως, οος, ὁ, ἡ, (τάμνω)
- cutting the skin, wounding, χαλκός, ἐγχεῖαι, Il. 4.511, 13.340.
ταμεσί·χρως, οος (ὁ, ἡ) [ᾰ] qui coupe la peau, qui déchire le corps, Il. 4, 511 ; 13, 340.
Étym. ταμεῖν, χρώς.
ταμεσίχρως, οος, die Haut, den Leib schneidend, verwundend ; ταμεσίχροα χαλκόν, Il. 4.511, 23.803 ; ἐγχείας ταμεσίχροας, 13.340 ; sp.D., wie Paul.Sil. 40 (XI.60).
ταμεσίχρως
-οος
[ταμεσι-, τάμνω + χρώς.]
Cutting the flesh, piercing: χαλκόν Il. 4.511, Il. 23.803. Cf. Il. 13.340.
ταμεσίχρως , οος (τάμνω, χρώς): cutting the skin, sharp-cutting. (Il.)
ταμεσίχρως
τέμνω
- cutting the skin, wounding, Il.