Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρήχυσμα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρέω
τρηγαλέον
τρηδών
τρῆμα
τρηματίζω
τρηματίκτης
τρημάτιον
τρηματιστής
τρηματόεις
τρηματώδης
τρήμη
τρῆνυ
Τρῆρες
τρηρόν
τρηρός
τρήρων
τρῆς
τρῆσις
Τρήτα
τρητοκουρήτας
Τρητόν
τρητός
τρηχ
τρηχαλέος
τρηχέως
Τρηχίς
Τρῆχος
τρηχυβατέω
τρηχύνω
τρηχύς
τρήχυσμα
τρηχυσμός
τρήχω
τρηχώ
τρηχώδης
τρι
τρι-
τρία
τριαγμός
τριάδελφαι
τριάδελφοι
τριάδελφος
τριαδίζω
τριαδικός
τριάζω
τρίαινα
τριαινατήρ
τριαινατῆρες
τριαινοειδής
τριαινοκράτωρ
τριαινοῦχος
τριαινόω
τριαινώδης
τριαινωτήρ
τριακάδαρχος
τριακαίδεκα
τριακαιδεκέτης
τριακαιδεκέτις
τριακάς
τριακάσιοι
τριακάτιοι
…
τρήχυσμα
Save
Pape
τρήχυσμα
, τό, ion. = τράχυσμα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}