τρήμη Save LSJ Bailly 2024 Pape τρήμη, ἡ, = τρῆμα, Ar. Fr. 730. τρήμη, ης (ἡ) c. τρῆμα, Ar. fr. 672. τρήμη, ἡ, = τρῆμα, zw., im EM. v. στειλειά.