τρίφατος
τρίφατος, thrice-told, triple
τρίφᾰτος [ῐ], η, ον,
- thrice-told, triple, Nic. Th. 102.
τρίφατος, ος, ον [ῐᾰ] c. le préc. Nic. Th. 102.
τρίφατος, = τριφάσιος, Nic. Ther. 102.
τρίφατος, thrice-told, triple