About Report a problem

Menu

τριακοντάκωπος

τριακοντάκωπος, thirty-oared

τρῐᾱκοντά-κωπος, ον,
  • thirty-oared, as Subst., [sc. ναῦς] Plb. 21.43.13 (τριακοντόκωπον codd., τριάκοντα κωπῶν Mommsen).

Saved

Recent