τριακοντάσχοινος
τριακοντάσχοινος, of thirty
τρῐᾱκοντά-σχοινος, ον,
- of thirty σχοῖνοι; ἡ τ. (sc. χώρα) a district along the Nile, Ptol. Geog. 1.9.7.