τριγόλας Save τριγόλας, fish LSJ Bailly 2024 τριγόλας, α, ὁ, a kind of fish (cf. τρίγλη), Sophr. 50, 66, 67. τριγόλας, α (ὁ) [ᾱ] c. τρίγλη, Sophr. (Ath. 324e).