τριδακτυλιαῖος
τρῐδακτῠλ-ιαῖος, α, ον,
- = sq. ΙΙ, διάστημα S.E. M. 10.156, cf. Heliod. ap. Orib. 48.58.2, Gp. 7.15.17 (-λαῖα), etc.
τριδακτυλιαῖος, α, ον [ῐῠ] c. le suiv. 2, Sext. M. 10, 156 ; Geop. 7, 15 ; Orib. p. 112 Mai.
Étym. τριδάκτυλος.
τριδακτυλιαῖος, = τριδάκτυλος, S.Emp. adv.phys. 2.157.