Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τριχία
τριχία, rope
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρίφυλλος
Τρίφυλλος
τρίφυλος
τριφυόν
τρίφωνος
τρίχα
τριχάϊκες
τριχάικες
τριχάϊξ
τρίχακτον
τριχάλεπτος
τριχαλκία
τρίχαλκον
τρίχαλκος
τρίχαλος
τρίχαπτος
τριχάρακτος
τριχάς
τριχαστός
τριχέα
τρίχειλος
τρίχειρ
τρίχες
τριχῇ
τριχῆ
τριχήλαβον
τριχήν
τρίχηνος
τριχθά
τριχθάδιος
τριχία
τριχιάζω
τριχίας
τριχίασις
τριχιάω
τριχίδιον
τρίχινος
τρίχιον
τριχίς
τριχισμός
τριχῖτις
τριχοβάπτης
τριχοβόρος
τριχοβόστρυχος
τριχόβρως
τριχόδεσμος
τριχοειδής
τριχόθεν
τριχοίνικος
τριχοκόλλημα
τριχοκόμος
τριχοκοσμητής
τριχοκουρία
τριχολάβιον
τριχολαβίς
τριχολοβίς
τριχολογέω
τριχόλωτος
τριχόμαλλος
τριχομανές
τριχομανία
…
τριχία
Save
τριχία, rope
LSJ
τρῐχία, ἡ,
rope,
PLond.
1.131*.2, al. (i A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}