τροπίας
τροπίας, turned
τροπ-ίας οἶνος, ὁ,
- turned, i.e. sour, wine (cf. τρέπω II.3, τροπή I.2), Ar. Fr. 213; cf. ἐκτροπίας.
τροπίας, ὁ, οἶνος, umgeschlagener od. verdorbener Wein, Ar. in VLL.