Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροπαλίζω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρομαίνω
τρομαλεόφωνος
τρομεοίατο
τρομερός
τρομέω
Τρόμης
τρομητός
τρομικός
Τρομιλικὸς τυρός
τρομοποιέω
τρομοποιός
τρόμος
τρομός
τρομώδης
τρόνα
τρόπα
τροπαγός
τροπαία
τροπαϊκιαῖος
τροπαϊκόν
τρόπαιον
τροπαῖος
τρόπαιος
τροπαιουχέω
τροπαιούχημα
τροπαιουχία
τροπαιοῦχος
τροπαιοφορέω
τροπαιοφορία
τροπαιοφόρος
τροπαλίζω
τρόπαλις
τροπαλίς
τροπαλισμός
τροπαλλίς
τροπαλόν
τροπάομαι
τροπάω
τροπεῖον
τροπέω
τροπή
τροπήϊον
τρόπηλις
τροπηλίς
τρόπηξ
τροπίας
τροπίας οἶνος
τροπιδεῖον
τροπίδιον
τροπίδιος
τροπίζω
τροπικός
τροπικῶς
τρόπις
τροπολογέω
τροπολογία
τροπολόγος
τροπομάσθλης
τροπός
τρόπος
τροποφορέω
…
τροπαλίζω
Save
LSJ
Pape
τροπᾰλίζω, poet. for
τρέπω,
Hsch.
τροπαλίζω
, poet. statt τρέπω, Hesych.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}