Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροπικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρόπαιος
τροπαιουχέω
τροπαιούχημα
τροπαιουχία
τροπαιοῦχος
τροπαιοφορέω
τροπαιοφορία
τροπαιοφόρος
τροπαλίζω
τρόπαλις
τροπαλίς
τροπαλισμός
τροπαλλίς
τροπαλόν
τροπάομαι
τροπάω
τροπεῖον
τροπέω
τροπή
τροπήϊον
τρόπηλις
τροπηλίς
τρόπηξ
τροπίας
τροπίας οἶνος
τροπιδεῖον
τροπίδιον
τροπίδιος
τροπίζω
τροπικός
τροπικῶς
τρόπις
τροπολογέω
τροπολογία
τροπολόγος
τροπομάσθλης
τροπός
τρόπος
τροποφορέω
τροπόω
τροπωτήρ
τρούβλιον
τρούεται
τρούθιος
τρούλιον
τροῦλλα
τρουλλίον
τροῦλλος
τροῦροι
τροφά
τροφάλιον
τροφαλίς
τροφεία
τροφεῖα
τροφεῖον
τροφέοντο
τροφεύς
τροφεύω
τροφέω
τροφή
τρόφημα
…
τροπικῶς
Save
Bailly 2024
τροπικῶς,
adv.
par trope, figurément, au figuré,
Rhét.
;
Ath.
76
c
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}