Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροχοβόλος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τροχιάζω
τροχιαῖος
τροχιαμβικός
τροχίας
τροχίασμα
τροχίζω
τροχικός
τροχιλαία
τροχιλέα
τροχιλεία
τροχιλεῖον
τροχιλεύς
τροχιλία
τροχίλια
τροχιλίδιον
τροχίλιον
τροχίλος
τρόχιλος
τροχιλώδης
τροχίμαλλον
τρόχιμος
τρόχιον
τροχιός
τρόχις
τροχισκάριον
τροχίσκιον
τροχίσκος
τροχίτης
τρόχμαλα
τρόχμαλος
τροχοβόλος
τροχοδινέομαι
τροχοδινέω
τροχοειδής
τροχοειδῶς
τροχόεις
τροχοκουράς
τροχοκουρίς
τροχοπαικτέω
τροχοπέδη
τροχοποιέω
τροχοποιός
τροχός
τρόχος
τροχόωσα
τροχώδης
τρόχωμα
τρόχωσις
τροχωτός
τρύβλιον
τρυγαβόλια
τρυγαβόλιον
Τρυγαῖος
τρυγάνη
τρυγάω
τρύγγας
τρυγέρανος
τρυγερός
τρυγετός
τρυγέω
τρύγη
…
τροχοβόλος
Save
LSJ
τροχο-βόλος, ὁ,
= τροχαστής,
PMasp.
139 (p.53) (vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}