About
Menu

τρυγερός

τρυγερός, full of lees

τρῠγερός, ά, όν, (τρύξ)
  • = τρυγώδης, full of lees, οὐ τρυγεροὺς τὰ φθέγματʼ οὐδὲ γλύξιδας Polyzel. 12.

Saved

Recent