τροχός
τροχός, wheel
τροχός2, running, tripping
- wheel, Il. 6.42, 23.394, etc.; γῆ ἐπημαξευμένη τροχοῖσιν S. Ant. 252; ἐν πτερόεντι τ . . . κυλινδόμενον, of Ixion, Pi. P. 2.22; τροχοὺς μιμεῖσθαι to imitate wheels, of one who bends back so as to form a wheel, X. Smp. 2.22, 7.3: metaph. of fortune, πότμος ἐν . . θεοῦ τροχῷ κυκλεῖται S. Fr. 871; also μανίας τροχῷ E. Pirith.Oxy. 2078 Fr. 1.14.
- 2 potterʼs wheel, Il. 18.600; τροχῷ ἐλαθεὶς [λύχνος] (cf. τροχήλατος) Ar. Ec. 4; τροχοῦ ῥύμαισι τευκτὸν . . κύτος Antiph. 52.2, cf. Pl. R. 420e.
- 3 wheel of a stage-machine, Ar. Fr. 188; also of a water-wheel, ὁ τ. τῆς μηχανῆς POxy. 1292.13 (i A. D.); τ. καὶ μηχανή PSI 9.1072.9 (iii A. D.).
- 4 wheel of torture, Anacr. 21.9; ἐπὶ τοῦ τ. στρεβλοῦσθαι Ar. Pl. 875, Lys. 846, D. 29.40; ἕλκεσθαι Ar. Pax 452; ἐπὶ τὸν τ. ἀναβῆναι Antipho 5.40; ἀναβιβάζειν τινὰ ἐπὶ τὸν τ. And. 1.43; ἐν τῷ τ. ἐνδεδεμένον Plu. Garr. 2.509c; τῷ τ. προσηλοῦν [Ἰξίονα] ib. Aud.poet. 19e, cf. Luc. DDeor. 9[6].5.
- 5 rotating wheels used in sieges as a defence against projectiles, D.S. 17.45.
- II childʼs hoop, Antyll. ap. Orib. 6.26.5, S.E. P. 1.106.
- III round cake, κηροῖο, στέατος τ., Od. 12.173, 21.178; τ. ἡλίου the sunʼs disk, Ar. Th. 17 (v. infr. B); coil of a serpent, Orph. L. 136.
- 2 large pill (cf. τροχίσκος 2), Sor. 1.65, POxy. 2144.25 (iii A. D.).
- IV θαλάττης γῆς τε τ. circles or zones of land and sea, Pl. Criti. 113d, cf. 115c, 116a, 117c sq., Plu. Luc. 39.
- V circuit of a wall or fortification, Κυκλώπιος τ. S. Fr. 227, cf. Sch.A Pl. Lg. 681a (v. facsim. fol. 175v).
- VI ring playing on the bit of a bridle, X. Eq. 10.6, Poll. 1.184.
- 2 ring for passing a rope through, on board ship, ib. 94.
- VII whirlwind, LXX Ps. 76(77).18.
- VIII washpot (?), Gal. 18(2).671.
- IX a fish or sea-monster (Lat. rota, Plin. HN 9.8), Ael. NA 13.20.
- X metaph., ὁ τ. τῆς γενέσεως Ep.Jac. 3.6; ὁ τῆς εἱμαρμένης τε καὶ γενέσεως τ. Simp. in Cael. 377.14.
- running, tripping, μέλος Pi. Fr. 177.
- II round, ἀσπίδες Lyd. Mag. 1.10 (Sup.); but τροχωταῖς is prob. cj.
a) das Wagenrad ; Il. 6.42, 23.394, 517 ; ἐν πτερόεντι τροχῷ Pind. P. 2.22 ; γῆ οὐδʼ ἐπημαξευμένη τροχοῖσιν Soph. Ant. 282 ; σύριγγες ἄνω τροχῶν ἐπεπήδων Eur. Hipp. 1235 ; dah. τροχοὺς μιμεῖσθαι, Räder nachahmen, d.i. ein Rad schlagen, Xen. Symp. 2.22, vgl. 7.3.
b) das Töpferrad, die Töpferscheibe ; Il. 18.600 ; τροχῷ ἐλαθεὶς λύχνος Ar. Eccl. 4 ; Plat. Rep. IV.420e ; Sp., wie Pol. 12.15.6 ; Lobeck Phryn. 147.
c) das Spielrad der Kinder, auch κρικός, ein großer eiserner od. kupferner Reif, an dem sich viele kleine lose Ringe befanden, die bei der Bewegung klirrten ; die Knaben trieben dieses Rad mit einem Stecken, ἐλατήρ, der einen hölzernen Griff und eine gekrümmte, eiserne Spitze hatte, VLL, wie Poll. – Auch bei Schiffen, οἷς τὰ σχοινία δεσμεύουσιν, Schol. Ap.Rh. 1.567.
d) das Folterrad, ein wie ein Rad gestaltetes Marterwerkzeug, auf welches Einer gelegt u. gefoltert wurde, ἐπὶ τροχοῦ στρεβλοῦσθαι, ἕλκεσθαι, Ar. Lys. 846, Pax 444, Plut. 875 ; ἐπὶ τὸν τροχὸν ἀναβῆναι, Antiph. 5.40 ; ἀναβιβάζειν τινὰ ἐπὶ τὸν τροχόν, Andoc. 1.43 ; Dem. 29.40 ; Sp., wie Luc. Tox. 28 ; vgl. Jacobs Ach.Tat. p. 875.
e) bei Plat. Critia. 115c sind τροχοὶ γῆς, θαλάσσης rund von Wasser od. Land eingeschlossene Stücke Land od. Meer, Ronddeele. Vgl. Plut. Lucull. 39. – Uebh. runde Einfassungen, Ringmauern, Bast zu Greg.Cor. 512 ; Soph. frg. 322. – Ein Teil am Pferdezaum, Poll. 1.184 ; vgl. Xen. re Eq. 10.6.
-οῦ, ὁ
[τρέχω.]
- 1
A wheel.
- a
A chariot-wheel Il. 6.42 = Il. 23.394, Il. 23.517.
- b
A potter’s wheel Il. 18.600.
- a
- 2
A round piece or cake of something : κηροῖο (στέατος) μέγαν τροχόν Od. 12.173, Od. 21.178 = 183.
- 1
- a wheel Ἰξίονα ἐν πτερόεντι τροχῷ παντᾷ κυλινδόμενον P. 2.22 ἴυγγα τ[ρ]οχο[ (supp. Lobel) Θρ. 1. 8.
- b dub., quick moving? τροχὸν μέλος fr. 177c.
Strong 5164
a wheel: Ja 3:6 (v. Mayor, Hort, in l.).†
- anything that runs round:
- Ia round cake, Od.
- IIa wheel, Il., Soph.; τροχοὺς μιμεῖσθαι to imitate wheels, of one who bends back so as to form a wheel, Xen.
- 2a potterʼs wheel, Il.
- 3the wheel of a stage-machine, Ar.
- 4the wheel of torture, ἐπὶ τοῦ τροχοῦ στρεβλοῦσθαι Ar., etc.; τῷ τροχῷ τινα προσδεῖν Luc.
- IIIa boyʼs hoop, the Graecus trochus of Hor.
- IVτροχοὶ γῆς, θαλάσσης circles or zones of land, sea, Plat.
- Va ring on the bit of a bridle, Xen.
-
…μαχαίρας εἶχον χρυσείας ἐξ ἀργυρέων τελαμώνων. οἳ δʼ ὁτὲ μὲν θρέξασκον ἐπισταμένοισι πόδεσσι ῥεῖα μάλʼ, ὡς ὅτε τις τροχὸν ἄρμενον ἐν παλάμῃσιν ἑζόμενος κεραμεὺς πειρήσεται, αἴ κε θέῃσιν · ἄλλοτε δʼ αὖ θρέξασκον ἐπὶ στίχας ἀλλήλοισι. πολλὸς…
Homer, Iliad
-
…, οὔ τι τάχει γε, παραφθάμενος Μενέλαον · ἀλλὰ καὶ ὧς Μενέλαος ἔχʼ ἐγγύθεν ὠκέας ἵππους. ὅσσον δὲ τροχοῦ ἵππος ἀφίσταται, ὅς ῥα ἄνακτα ἕλκῃσιν πεδίοιο τιταινόμενος σὺν ὄχεσφι · τοῦ μέν τε ψαύουσιν ἐπισσώτρου τρίχες ἄκραι οὐραῖαι…
Homer, Iliad
-
…γὰρ οὔτε του γενῇδος ἦν πλῆγμʼ, οὐ δικέλλης ἐκβολή. στύφλος δὲ γῆ καὶ χέρσος, ἀρρὼξ οὐδʼ ἐπημαξευμένη τροχοῖσιν, ἀλλʼ ἄσημος οὑργάτης τις ἦν. ὅπως δʼ ὁ πρῶτος ἡμὶν ἡμεροσκόπος δείκνυσι, πᾶσι θαῦμα δυσχερὲς παρῆν .…
Sophocles, Antigone
-
…μεγάροισι, Μελανθεῦ, πὰρ δὲ τίθει δίφρον τε μέγαν καὶ κῶας ἐπʼ αὐτοῦ, ἐκ δὲ στέατος ἔνεικε μέγαν τροχὸν ἔνδον ἐόντος, ὄφρα νέοι θάλποντες, ἐπιχρίοντες ἀλοιφῇ, τόξου πειρώμεσθα καὶ ἐκτελέωμεν ἄεθλον. ὣς φάθʼ, ὁ…
Homer, Odyssey
-
…μὲν ἐν νηὶ γλαφυρῇ θέσαν, οἱ δʼ ἐπʼ ἐρετμὰ ἑζόμενοι λεύκαινον ὕδωρ ξεστῇς ἐλάτῃσιν. αὐτὰρ ἐγὼ κηροῖο μέγαν τροχὸν ὀξέι χαλκῷ τυτθὰ διατμήξας χερσὶ στιβαρῇσι πίεζον · αἶψα δʼ ἰαίνετο κηρός, ἐπεὶ κέλετο μεγάλη ἲς Ἠελίου τʼ αὐγὴ…
Homer, Odyssey
-
…· αἳ δέ οἱ ἵπποι ἀμφὶς ὁδοῦ δραμέτην, ῥυμὸς δʼ ἐπὶ γαῖαν ἐλύσθη. αὐτὸς δʼ ἐκ δίφροιο παρὰ τροχὸν ἐξεκυλίσθη, ἀγκῶνάς τε περιδρύφθη στόμα τε ῥῖνάς τε, θρυλίχθη δὲ μέτωπον ἐπʼ ὀφρύσι · τὼ δέ οἱ ὄσσε…
Homer, Iliad
-
…πάντες ἀναμεμιγμένοι φείδοντο κέντρων οὐδέν, ὡς ὑπερβάλοι χνόας τις αὐτῶν καὶ φρυάγμαθʼ ἱππικά. ὁμοῦ γὰρ ἀμφὶ νῶτα καὶ τροχῶν βάσεις ἤφριζον, εἰσέβαλλον ἱππικαὶ πνοαί. κεῖνος δʼ ὑπʼ αὐτὴν ἐσχάτην στήλην ἔχων ἔχριμπτʼ ἀεὶ σύριγγα, δεξιὸν δʼ…
Sophocles, Electra
-
…ἀνέκαιε Μελάνθιος ἀκάματον πῦρ, πὰρ δὲ φέρων δίφρον θῆκεν καὶ κῶας ἐπʼ αὐτοῦ, ἐκ δὲ στέατος ἔνεικε μέγαν τροχὸν ἔνδον ἐόντος · τῷ ῥα νέοι θάλποντες ἐπειρῶντʼ · οὐδʼ ἐδύναντο ἐντανύσαι, πολλὸν δὲ βίης ἐπιδευέες ἦσαν. Ἀντίνοος…
Homer, Odyssey
-
…πρώτῳ ῥυμῷ αὐτὼ μὲν ἐβήτην πρὸς πόλιν, ᾗ περ οἱ ἄλλοι ἀτυζόμενοι φοβέοντο, αὐτὸς δʼ ἐκ δίφροιο παρὰ τροχὸν ἐξεκυλίσθη πρηνὴς ἐν κονίῃσιν ἐπὶ στόμα · πὰρ δέ οἱ ἔστη Ἀτρεΐδης Μενέλαος ἔχων δολιχόσκιον ἔγχος. Ἄδρηστος δʼ ἄρʼ…
Homer, Iliad
-
…τὰ γὰρ τῶν τῆς γῆς τροχῶν χείλη βάθος εἶχεν ἱκανὸν ὑπερέχον τῆς θαλάττης. ἦν δὲ ὁ μὲν μέγιστος τῶν τροχῶν, εἰς ὃν ἡ θάλαττα συνετέτρητο, τριστάδιος τὸ πλάτος, ὁ δʼ ἑξῆς τῆς γῆς ἴσος ἐκείνῳ · τοῖν…
Plato, Critias