φιλοκαμπής
φιλοκαμπής, easily bending, lithe
φῐλο-καμπής, ές,
- easily bending, lithe, κίρκος AP 6.294 (Phan.).
φιλο·καμπής, ής, ές [ῐ] très flexible, Anth. 6, 294.
Étym. φ. κάμπτω.
φιλοκαμπής, ές, gern, gewöhnlich gebogen, κίρκος Phani. 2 (VI.294).
φιλοκαμπής
φῐλο-καμπής, ές
κάμπτω
- easily bending, lithe, Anth.