Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυτάω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Φύσκος
φύσκων
φυσόβαθρον
φυσοειδής
φυσόομαι
φυσόω
φύσσα
φυσσαλίς
φύσσαλος
φυσσητήρ
φυστή
φύστις
φυστίς
Φυσώ
φυσώδης
φυταγωγέω
Φύταιον
φυταλιά
Φυταλίδαι
φυταλίζω
φυταλίη
φυταλιή
φυτάλιμος
φυτάλιος
φυτάλμιος
Φύταλος
φυτάνη
φυταρίδιον
φυτάριον
φυτάς
φυτάω
φυτεία
φύτειρον
φύτευμα
φυτεύσιμος
φύτευσις
φυτευτέον
φυτευτήριον
φυτευτής
φυτευτικός
φυτευτός
φυτεύω
φυτηκομέω
φυτηκομία
φυτηκόμος
φυτήσατο
Φυτία
φυτιαῖος
φυτικός
φύτιος
φύτλα
φύτλη
φύτλον
φυτοβασίλα
φυτοβασίλειον
φυτοειδῶς
φυτοεργός
φυτοκομέω
φυτοκόμια
φυτοκομία
φυτοκόμος
…
φυτάω
Save
Pape
φυτάω
, [ῡ],
f.l.
statt φιτύω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}