χερειότερος
χερειότερος, η, ον, Ep. Comp. for sq., Il. 2.248, 12.270, AP 7.371 (Crin.), Q.S. 5.555.
χερειότερος, α, ον, c. χερείων, Il. 2, 248 ; 12, 270.
χερειότερος, poet. Kompar. = χερείων ; Il. 2.248 ; ὅς τʼ ἔξοχος, ὅς τε μεσήεις, ὅς τε χερειότερος 12.220 ; sp.D., wie Bian. 15 (IX.548), Opp. Hal. 3.432.
χερειότερος
[double comp. Cf. χερείων. Cf. also χειρότερος.]
- 1
Less warlike, soldierly or skilful in fight: σέο χερειότερον Il. 2.248.
- 2
Having this quality rather than the reverse, of small account in the fight: ὅς τʼ ἔξοχος . . . ὅς τε χερειότερος Il. 12.270.
- 1
χερειότερος = χερείων. (Il.)