Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀγγειόσπερμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀγβατανηνός
Ἀγβάτας
ἄγγαθα
Ἀγγαῖος
Ἄγγαισοι
Ἀγγάνης
ἄγγαρα
ἀγγαρεία
ἀγγαρευτής
ἀγγαρευτικά
ἀγγαρεύω
ἀγγαρήϊον
ἀγγαρήϊος
Ἀγγαρηνοί
Ἀγγάρης
ἀγγαρία
ἀγγαριεύω
ἀγγάριος
ἄγγαρος
ἀγγαροφορεῖν
ἀγγαροφορέω
ἄγγατος
Ἄγγδιστις
ἀγγείδιον
Ἀγγεῖλαι
ἀγγειολογέω
ἀγγειολογία
ἀγγεῖον
ἀγγειοσέλινον
ἀγγειοσπέρματος
ἀγγειόσπερμος
ἀγγειοτομία
ἀγγειουργός
ἀγγειώδης
Ἀγγελάνωρ
Ἀγγελεύς
Ἀγγελή
Ἀγγελῆθεν
Ἀγγελήνδε
Ἀγγελῆσιν
ἀγγελία
ἀγγελίαρχος
ἀγγελιαφορέω
ἀγγελιαφόρος
ἀγγελίδιον
ἀγγελίεια
ἀγγελίη
ἀγγελίης
ἀγγελιηφόρος
ἀγγελικός
ἀγγελικῶς
Ἀγγελινή
ἀγγελίς
ἀγγελισμός
ἀγγελιτείη
Ἀγγελίων
ἀγγελιώτης
ἀγγελιῶτις
ἀγγέλλω
ἄγγελμα
ἀγγελοδείκτης
…
ἀγγειόσπερμος
Save
Pape
ἀγγειόσπερμος
,
f.l.
bei Theophr, für ἐναγγειοσπέρματος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}