ἀερτάω
I perf. med.
1 estar colgado, pender
ἀπὸ τριχὸς ἠέρτημαι
2 alzarse
δίδυμον κέρας ... ἠέρτηται
de un toro
II act. llevar, ofrendar c. dat.
τὸν ἐκ πελάγους ἰχθυόεντα βόλον ... ἠέρτησε Παλαίμονι
ἀερτάω (seul. ao. 3 sg. ἠέρτησεν, Anth. 6, 223, et pf. pass. ἠέρτημαι, Anth. 5, 230 ; Opp. C. 2, 99) c. le préc.
ἀερτάω, p., = ἀερτάζω, ἠέρτησε Antip.Sid. 14 (VI.223), hing auf, weihte ; ἠέρτημαι Opp. Cyn. 2.99 ; ἀπὸ τριχός Paul.Sil. 23 (V.230).