About Report a problem

Menu

ἀερωτός

ἀερωτός -όν

aéreo ὡς γὰρ «τὸ πτερὸν πτερωτοῦ πτερόν» ... οὕτως ... καὶ τὸ ἐν ἀέρι ἀερωτοῦ Aristo Al.2.

Saved

Recent