Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκολαστέω
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκοίλιος
ἄκοιλος
Ἀκοίμητοι
ἀκοίμητος
ἀκοίμιστος
ἀκοινονόητος
ἄκοινος
ἀκοινωνησία
ἀκοινώνητος
ἀκοινωνήτως
ἀκοινωνία
ἀκοινώτητος
ἀκοίτας
ἀκοιτέω
ἀκοίτης
Ἀκοίτης
Ἀκοίτιον
Ἀκοίτιος
ἄκοιτις
ἄκοιτος
Ἄκολα
ἀκολάζω
ἀκολάκευτος
ἀκολακεύτως
ἀκόλακος
ἀκολασία
ἀκολασταίνω
ἀκολάσταμα
ἀκολάστασμα
ἀκολαστευτέον
ἀκολαστέω
ἀκολάστημα
ἀκολαστητέον
ἀκολαστία
ἀκόλαστος
ἀκολαστότης
ἀκολάστως
ἀκολλητί
ἀκόλλητος
ἄκολλος
ἀκολλύβιστος
ἀκολοβός
ἀκολόβωτος
ἄκολος
ἀκολούης
ἀκολουθέω
ἀκολούθημα
ἀκολούθησις
ἀκολουθητέον
ἀκολουθητικός
ἀκολουθία
ἀκολούθια
ἀκολουθικός
ἀκολουθίσκος
ἀκόλουθος
ἀκολούθως
ἀκολούτει
ἀκολουτέω
ἄκολπος
ἀκόλυμβος
ἀκομενταρήσιος
…
ἀκολαστέω
Save
DGE
ἀκολαστέω
ser licencioso
,
intemperante
Origenes M.12.68A.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}