ἀκοσμήεις
ἀκοσμ-ήεις, εσσα, εν,
- = ἄκοσμος, Nic. Al. 175.
turbulento
θάλασσα
ἀ·κοσμήεις, ήεσσα, ῆεν, troublé, furieux, en parl. de la mer, Nic. Al. 175.
Étym. ἀ, κόσμος.
ἀκοσμήεις, nur ἀκοσμήεσσα θάλασσα, Nic. Al. 175, wild.