ἀκόμπαστος
ἀκόμπαστος, not boastful
ἀκόμπαστος, ον,
- unboastful, A. Th. 538, E. Fr. 872.
no jactancioso, no fanfarrón A.Th.538,
λόγος
φάτις
ἀ·κόμπαστος, ος, ον, sans jactance, modeste, Eschl. Sept. 520.
Étym. ἀ, κομπάζω.
ἀκόμπαστος, Aesch. Spt. 520, = ἄκομπος.
ἀκόμπαστος
κομπάζω
- not boastful, Aesch.