ἀλγηρός
ἀλγηρός, painful
ἀλγ-ηρός, ά, όν,
- painful, LXX Je. 10.19, al.
doloroso
ἡ πληγή
εἰς ἀλγηρὸν ἰατρεύθης
has sido curado con dolorοὐ τὸ θανεῖν ἀλγηρόν
ἀλγηρός, ά, όν, douloureux, Hpc. 657, 2 ; Spt. Jer. 10, 19, etc.
Étym. ἄλγος.
ἀλγηρός, schmerzhaft, Hippocr., LXX.