ἄλγιστος
ἄλγιστος, v. le suiv.
ἄλγιστος, η, ον, superl. zu ἀλγεινός; s. ἀλγίων.
ἄλγιστος
-η, -ον
[superl. formed as ἄλγιον.]
Most difficult or hard: ἀλγίστη δαμάσασθαι Il. 23.655.
-η, -ον
[superl. formed as ἄλγιον.]
Most difficult or hard: ἀλγίστη δαμάσασθαι Il. 23.655.