ἀλιτηρός
ἀλιτ-ηρός, όν,
- = ἀλιτήριος: κἀξ ἀλῑτηροῦ φρενός is prob. f.l. for κἀλιτηρίου in S. OC 371.
impío
ἀνήρ
φρήν
Σαρακηνοί
ἀλιτηρός, ά, όν [ᾰῐ] c. ἀλιτήριος, Alcm. (Sch.-Pd. O. 1, 97) ||
➳ [ᾰῑ] Soph. O.C. 327.
ἀλιτηρός, = ἀλιτήριος, Alcm. bei Schol. Pind. Ol. 1.97 ; Soph. O.C. 372 φρήν.