ἀλυκρός
ἀλυκρός, lukewarm (cp LSJ Supp)
ἀλῠκ-ρός, ά, όν,
- lukewarm, Call. Fr. 270 Pf., Nic. Al. 386 (Comp.); cf. ἀλυκτρόν.
tibio Call.Fr.270, Nic.Al.386, cf.
ἄλυκρον· εὐδινόν
ἀλυκρός, ά, όν (seul. cp. -ότερος) [ᾰῠ̄] tiède, Nic. Al. 386.
ἀλυκρός, = θαλυκρός, lau, Nic. Al. 385.