ἀνακρεμασμός
ἀνακρεμασμός, hanging up
ἀνακρεμ-ασμός, ὁ,
- hanging up, AB 447.
acción de colgar, AB 447.
ἀνακρεμασμός, ὁ, das Aufhängen, B.A. 447.
ἀνακρεμασμός, hanging up
acción de colgar, AB 447.