ἀνασταλτικός
ἀνασταλτικός, fitted for checking
ἀνασταλ-τικός, ή, όν,
- fitted for checking, λύπης Ael. VH 7.3; θεραπεία Gal. 12.664.
reductor, curativo
λύπης
θεραπεία
ἀνασταλτικός, ή, όν, propre à resserrer, à comprimer, El. V.H. 7, 3.
Étym. ἀναστέλλω.
ἀνασταλτικός, zurücktreibend, hemmend, von ἀναστέλλω, Sp., z.B. λύπης, Ael. V.H. 7.3.