ἀνατόλιος Save LSJ Bailly 2024 ἀνατόλιος, poet. ἀντ-, η, ον, = foreg., ἄρουρα Nonn. D. 25.98. ἀνατόλιος, poét. et ion. ἀντόλιος, η, ον, c. le préc. Nonn. D. 25, 98.