ἀνεκβάλλω Save ἀνεκβάλλω, draw out LSJ DGE ἀνεκβάλλω, draw out, σκόλοπας καὶ ἀκίδας, of a plaster, Gal. 14.242. ἀνεκβάλλω extraer σκόλοπας Gal.14.242.