Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνθ’
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνθυποπτεύω
ἀνθυπόρυξις
ἀνθυπορύσσω
ἀνθυπόστασις
ἀνθυποστρέφω
ἀνθυποστροφέω
ἀνθυποστροφή
ἀνθυποστρόφως
ἀνθυποτείνομαι
ἀνθυποτίθημι
ἀνθυποτιμάομαι
ἀνθυποτίμησις
ἀνθυπουργέω
ἀνθυπούργημα
ἀνθυπούργησις
ἀνθυπουργία
ἀνθυποφαίνω
ἀνθυποφέρω
ἀνθυποφορά
ἀνθυποχωρέω
ἀνθυποχώρησις
ἀνθυφαίρεσις
ἀνθυφαιρέω
ἀνθυφίσταμαι
ἀνθυφίστημι
Ἀνθώ
ἀνθώδης
ἀνθωραΐζομαι
ἀνθωροσκοπέω
ἀνθωροσκόπος
ἀνθ’
ἀνία
ἁνία
ἀνιάζω
ἀνιάκειν
ἀνιακκάς
Ἀνιακκάς
Ἀνιάνα
ἀνιάομαι
Ἀνιαράκαι
ἀνιαρίζω
ἀνιαροποιός
ἀνιαρός
Ἀνίαρτος
ἀνιαρῶς
ἀνιάρωσις
Ἀνίας
ἀνίασι
ἀνιᾶσι
ἀνίασις
ἀνίατος
Ἀνίατος
ἀνιάτρευτος
ἀνιατρεύω
ἀνιατρολόγητος
ἀνιατρολογικός
ἀνίατρος
ἀνιάτως
ἀνίαχος
ἀνιάχω
ἀνιάω
…
ἀνθ’
Save
Bailly 2024
ἀνθ’,
p.
ἀντί
dev. un esprit rude.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}